BREAKING NEWS

Διδακτικές ιστορίες και μύθοι

Θα ήθελες να ξέρεις

Δημοφιλή Μουσικά Βίντεο

Παράξενα και Ανεξήγητα .

Διατροφή .

Ιστορικά .

Παράξενα .

Ο Επιμένων Ελληνικά

Διάφορα Κόλπα και Κατασκευές

Του Χάρου το Πηγάδι

Του Χάρου το Πηγάδι
Ένα πολύ ωραίο διδακτικό σούφικο παραμύθι.
Το διδακτικό αυτό παραμύθι δημοσιεύτηκε στο site: http://otto-great-chaos.blogspot.gr/
Ηρωικοί αναγνώστες του Μεγάλου Χάους, μη μασάτε με τις άγνωστες λέξεις. Στο τέλος του κειμένου ακολουθεί γλωσσάρι, όπου δίνεται η σημασία των λέξεων που στο κείμενο εμφανίζονται με πλάγια γράμματα. Καλή ανάγνωση...]

Ο Κωνσταντής έκαμε κουμπάρο του τον Χάρο. Τούτο δε λέει και πολλά, καθώς όλοι οι άνθρωποι έχουν με τον Χάρο κουμπαριά.  Σύντροφος αφοσιωμένος, σκυλί, παίρνει στο κατόπι το μιλέτι των ανθρώπων απ’ τη γέννα, ίσως ακόμα και πιο πριν. Κάθε ανθρώπινο πλάσμα πορεύεται, παλεύει, γονατίζει και λυγάει, ανορθώνεται κι επιμένει, ηττάται, νικάει και τελικά πεθαίνει, έχοντας τον Χάρο στο πλευρό του το ζερβό, φίλο γκαρδιακό, κουμπάρο. Αθόρυβος, ατήραγος, αδέκαστος παρατηρεί και τα πάντα βλέπει. Όταν θα ‘ρθει η ώρα, κανείς δε σε γνωρίζει καλύτερα, παρά ο Θάνατός σου.  Κι είναι το πρέπον την ύστατη στιγμή, απ’ το πεδίο του αέναου πόλεμου της ζωής, ο ακράνης  ο πιστός να τρέξει, ν’ αγκαλιάσει την ψυχή στον σπαραγμό της, να τη σηκώσει  αψηλά, να την απιθώσει κάτω από ένα δέντρο, ν’ αναπαυτεί στο χλοερό σκότος.
Τούτο το θάμα, να ‘ναι πίσω απ’ τον καθένα χωριστά κι όλους μαζί συνάμα, ο Χάρος το μπορεί γιατί δεν είναι από τούτονε τον Κόσμο. Κατέβηκε από άλλους ουρανούς, από σφαίρες ανώτερες, εκεί όπου ίσαμε τώρα είν’ ένας ο άντρας και μια η γυναίκα κι ένα το φίδι. Οι νόμοι που μας ορίζουν, απάνω του δεν δεσπόζουν, δεν του φοράει ο χρόνος κελεψέ, δεν τον μποδίζει η απόσταση. Έχει δικό του πρόσωπο, μορφή χερουβική,  όμως σχεδόν κανείς θνητός δεν το ‘χει δει. Γιατί τον Χάρο τόνε βλέπεις μοναχά, λίγο πριν βγάλεις τη στερνή πνοή, κι εκείνος τότε φροντίζει στοργικά, να μοιάσει με κάποιον που αγαπούσες, το γονιό, τον αδελφό, τον φίλο,  τον χαμένο έρωτα, για να τον μπιστευτείς  να του δώσεις το χέρι, να κάμει η ψυχή πιο ανάλαφρα το βήμα το μεγάλο.
Όμως ο Κωνσταντής τον είδε, με την αληθινή του τη μορφή! Είχε συμβεί αυτό κι άλλες φορές, μα ήταν η πρώτη κι η μοναδική, που κάποιος τον θωρούσε δίχως να ‘χει έρθει ακόμα η ώρα του.  Νόμισε πως ήταν κάποιος κλέφτης κι όρμησε πάνω του φωνάζοντας, μ’ ένα ξύλο στο χέρι. Ο Χάρος σάστισε για λίγο κι αναγκάστηκε να φανερώσει τη δύναμή του. Μ’ ένα νεύμα του χεριού, καθήλωσε τον Κωνσταντή, ανήμπορο να κουνηθεί και να μιλήσει. Του συστήθηκε, τον σιργούλισε καθώς όντες ήτανε μωρό, κάποιες νύχτες σκοτεινές με πυρετό, τον ηρέμησε κι όταν ένιωσε πως ήταν έτοιμος, τον λευτέρωσε.
«Σύχασε Κωνσταντή, δεν ήρθα να σε πάρω, είναι ακόμα για τα σε πολύ νωρίς», τον καθησύχασε.
«Και τι θες από μένα Χάροντα; Δεν έχει εδώ μαρμαρένια αλώνια», αποκρίθηκε ο νέος.
«Δεν το ‘κανα επί τούτου, δεν ήξερα πως το μπορούσες να με ιδείς. Όμως τώρα έχουμε ένα κασαβέτι», έκανε ο Χάρος σκεπτικός. Ο Κωνσταντής δεν τόλμαε να ρωτήσει. «Αφού το λοιπόν με βλέπεις, ο Λόγος ορίζει ότι δεν μπορώ πια να στέκομαι πίσω απ’ τον ώμο σου, γιατί συνέχεια θ’ ανακατεύομαι στη ζωή σου και θ’ αλλάζω την πορεία σου. Όμως και πάλι πρέπει να περνάω κάπου κάπου να σε βλέπω, γιατί τούτο είν’ το καθήκον μου. Γι’ αυτό θα γίνουμε κουμπάροι, καθώς προστάζει ο Νόμος», είπε ο Μαυροφορεμένος με τρόπο τελετουργικό.
Περπάτησε, μπήκε στο υπνοδωμάτιο, με τον Κωνσταντή να τον ακολουθεί πελαγωμένος, έπιασε τον νεογέννητο γιο του απ’ την κούνια και τον ευλόγησε μ’ εμορφιά, πλούτο και μακροζωία, δίχως το βρέφος να ξυπνήσει ή τίποτα να καταλάβει. «Τώρα είμαστε πια κουμπάροι Κωνσταντή», είπε χαμογελώντας, «βάλε κρασί να πιούμε πριν λαλήσει ο πετεινός και ξυπνήσει η κυρά σου». Κάθισαν, τσούγκρισαν τα ποτήρια κι ύστερα από δυο τρεις γιόμες, ο Κωνσταντής χαλάρωσε κι έπιασαν να κουβεντιάζουν σαν παλιοί φίλοι απ’ το στρατό, ιστορίες που τις έζησαν αντάμα. Κάποια στιγμή, λίγο πριν φέξει, ήρθε η ώρα να σχολάσει το ζιαφέτι κι ο Χάρος έκαμε να σκωθεί.
«Περίμενε λίγο κουμπάρε. Σ’ ευχαριστώ μ’ όλη μου την ψυχή για την ευλογία σου στο παιδί, όμως θέλω κάτι να σου ζητήσω για μένα προσωπικά, γιατί στ’ αλήθεια στη ζωή μου ποτέ δεν αναφρίκιασα τόσο μέσα μου βαθιά, όσο μαζί σου απόψε», τον πρόκαμε ο Κωνσταντής.
«Μόνο μη μου ζητήσεις να μην έρθω ποτέ να σε πάρω, τούτο δεν το στέργω», γέλασε ο Χάρος.
«Όχι κουμπάρε, άλλο ζητάω. Όταν θα ‘ναι η ώρα μου να με πάρεις, να εμφανιστείς μια μέρα πριν, να μου δώκεις τράτο, να φιλήσω τη γυναίκα, το παιδί, να παρηγορήσω τους γέρους, να κανονίσω τα χρέη μου και να φύγω ναμλής από τούτο το ντουνιά».
 Ο Χάρος το καλοσκέφτηκε. «Ναι, αυτό είναι κάτι που μπορώ να το κάμω, θα μου υποσχεθείς όμως πως δεν θα προσπαθήσεις να ξεγλιστρήσεις».
«Δεν θα δοκιμάσω να σε κογιονάρω κουμπάρε, έχεις το λόγο της τιμής μου».
«Τότε έχεις κι εσύ τον δικό μου», είπε ο Χάρος και του ‘δωκε το χέρι…

Ο Κωνσταντής ρουφούσε μονάχος τη ρακή του, κείνο το χειμωνιάτικο απομεσήμερο, όταν ένιωσε το γνώριμα δυσάρεστο προαίσθημα, όπως κάθε φορά που ερχόταν να τον δει ο αΐσκιωτος κουμπάρος του. Είχαν περάσει είκοσι χρόνια από κείνη τη βραδιά που ‘χε πιάσει φιλίες με τον Χάρο κι ακόμα αναριγούσε σύγκορμος σαν αισθανόταν τον ερχομό του. Κείνος τον βιζιτάριζε αραιά και που, μια δυο φορές το χρόνο, κι έπιναν κόκκινο κρασί παρέα και λέγαν τα δικά τους. Όμως τούτη τη φορά, κάτι έμοιαζε να ‘χει αλλάξει. Ένα κύμα ανησυχίας ανασάλεψε τα σωθικά του.
«Βρε καλώς τον κουμπάρο», είπε με προσποιητά χαρούμενο ύφος.
Ο Χάρος τον κοίταξε σοβαρός κι αγέλαστος και του ‘πε: «Γεια σου και σένα Κωνσταντή, όμως νέα καλά δε φέρνω. Σου υποσχέθηκα κάτι πριν από καιρό κι ήρθε τώρα η στιγμή να κάμω το χρέος μου. Αύριο τέτοια ώρα, θα περάσω να σε πάρω, κοίταξε να ετοιμαστείς». Ο Κωνσταντής ένιωσε το φόβο φίδι να κουλουριάζεται σφιχτά τριγύρω απ’ την καρδιά του, όμως έκαμε κουράγιο κι απάντησε τάχατες ανέμελα.
«Έννοια σου κουμπάρε. Άσε με μένα να τα ορδινιάσω όλα με το κομπάσο κι έλα αύριο να με πάρεις, θα σε προσμένω».
«Αύριο λοιπόν», χαιρέτησε ο Χάρος και γύρισε να φύγει.
Ο Κωνσταντής δεν έχασε καιρό. Περίμενε τούτη την ώρα κι είχε ήδη κάμει όλες τις προετοιμασίες. Μια βαλίτσα, λίγα λεφτά, ένα εισιτήριο πλοίου μ’ ανοιχτή ημερομηνία, όλα κρυμμένα σε μέρος ασφαλές, κανείς να μη τα ιδεί. Φοβότανε τον Θάνατο πάνω από κάθε άλλο· είχε προσπαθήσει όμως δεν το μπορούσε να σοφιλιάσει με την ιδέα, όσο κρασί κι αν είχε πιει με τον κουμπάρο του, όσο κι αν το ‘χε φιλοσοφήσει. Δε σκέφτηκε ούτε στιγμή να κρατήσει τον λόγο της τιμής που ‘χε δώσει, «κάλλιο να σου βγει το νάμι, παρά να σου βγει το μάτι» έλεγε στον εαυτό του. Θα ‘φευγε σε τόπο μακρινό, θ’ άλλαζε όνομα, ρούχα και μορφή, ο Χάρος θα τον έχανε. Αφού δεν μπορούσε να στέκει πίσω του διαρκώς, πού θε να τον εύρισκε; Την άλλη μέρα, την ίδια ώρα, όλο το χωριό ήτανε στο πόδι, να ψάχνουνε τον Κωνσταντή στα χιονισμένα μπαΐρια, στο σκιερό και παγωμένο δάσος, στα κρουσταλλιασμένα ρέματα, όμως του κάκου, είχε ανοίξει η γης και τον είχε καταπιεί. Ο Χάρος πήγε στο ραντεβού, όμως δεν βρήκε φυσικά τον κουμπάρο του. Χαμογέλασε, κούνησε το κεφάλι με νόημα κι έφυγε να μαζέψει τον επόμενο, που η ώρα του είχε φτάσει.
Άλλα δέκα χρόνια πέρασαν, μέχρι που ο Χάρος ξαναπάντησε στο διάβα του τον Κωνσταντή. Τον γνώρισε με την πρώτη ματιά, όσο κι αν κείνος είχε πασχίσει ν’ αλλάξει το διώμα του. Το ίδιο βράδυ φανερώθηκε μπροστά του μεσάνυχτα ακριβώς. Ο Κωνσταντής άρχισε να τρέμει σαν το ψάρι, μα ο Χάρος και πάλι τον καθησύχασε. «Αν και δεν τήρησες το λόγο σου, ο δικός μου έχει ακόμη αξία. Αύριο την ίδια ώρα, θα περάσω να σε πάρω», του ‘πε και χάθηκε μέσα στη μαύρη νύχτα. Ο Κωνσταντής τούτο δεν το περίμενε, παρά τόσα χρόνια ζούσε με τον φόβο της εκδίκησης του Χάρου, τον φανταζόταν οργισμένο που ‘χε ξεγελαστεί. Όμως ακριβώς γι’ αυτό, είχε μάθει να ζει κάθε του μέρα σαν να ‘ταν η στερνή και νόμισε πως τούτα ήταν τα καλύτερα χρόνια της ζωής του. Έτσι ήθελε να λέγει στον εαυτό του. Δεν σκέφτηκε τόσα χρόνια ούτε μια στιγμή την οικογένεια που άφησε πίσω του, κείνους που δήθεν ήθελε το τράτο για να τους αποχαιρετήσει και να τους σφουγγίξει τα δάκρυα του αποχωρισμού. Όμως για κείνους θα ‘ταν έτσι κι αλλιώς νεκρός, είτε είχε ακολουθήσει το Χάρο, είτε το ‘χε σκάσει.  Ήτανε πάντα έτοιμος να φύγει, τυχοδιώχτης, αδέσμευτος, έρημος, περιπλανώμενος Ιουδαίος και δεν κοίταξε ποτέ του πίσω. Τούτη είν’ η μοίρα εκείνων που τρέχουν να ξεφύγουν απ’ το Χάρο και το ‘χε πια καταλάβει.  Άδραξε τη βαλίτσα του κι εξαφανίστηκε μες στη χασοφεγγαριά. Ήταν λάθος του που ζούσε μαζί με άλλους ανθρώπους· καθώς ο Χάρος στέκονταν ξωπίσω τους, έπρεπε να το ‘ξερε πως αργά ή γρήγορα θ’ ανακάλυπτε κι εκείνον.

Είπε, μες στην απελπισιά του, να πάει στην Έρημο να μονάσει, να τρώει σαύρες κι ακρίδες και βρύα ξερά, να πίνει δρόσο μονάχα την αυγή, να βρει ένα βράχο να τόνε δεχτεί στη μαύρη αγκαλιά του, μια σπηλιά για να κρυφτεί, μια μήτρα να τόνε χωρέσει, να συρθεί πίσω προς τη Γέννα, να μην παραδοθεί στο Θάνατο. Όμως δεν ήξερε ο δόλιος, πως η Έρημος είν’ Δεσποτάτο του Θανάτου κι όποιος βαδίζει μέσα εκεί, έχει τον Χάροντα οδηγό, δυο βήματα μπροστά. Σαν είδε η άμμο η κουσελιάρα, που πάει και χώνεται παντού, τον Κωνσταντή να την πατεί, μονάχος μ’ ένα γάιδαρο ξωπίσω του και μηδένα εμπρός του, αναθρόισε ολάκερη, ξεσήκωσε τους Δαίμονες της Σκόνης, κι εκείνοι πήγαν και το ψιθύρισαν του Λίβα κι αυτός μάνιασε από αγανάκτηση κι άρχισε φουρκισμένος να φυσά κι ύψωνε βουνά την άμμο να κρύβει τον ήλιο, για να εκφράσει την ιερή οργή του, κι έκανε τόσο νταβαντούρι, που τα κοράκια πέταξαν και πήγαν και τα πρόλαβαν όλα στο Χάροντα, τον τρανό τους ευεργέτη.
Σαν είδε και πάλι εμπρός του ο Κωνσταντής τον Μαυροφόρο του κουμπάρο να ξεπροβάλει μέσα απ’ την αμμοθύελλα με την κάπα του ν’ ανεμίζει, ενώ το στοιχειό καλμάριζε και μέριαζε στο διάβα του, έπεσε στα γόνατα κι έβαλε τα κλάματα. Αρχίνισε να θρηνεί τον εαυτόν του, που θ’ άφηνε πια τούτο τον κόσμο και κανείς δεν θα θυμόταν τ’ όνομά του στους αιώνες. Με το λαιμό ξερό και το στόμα πνιγμένο στην άμμο, με τα μάτια του να τσούζουν απ’ το μικροσκοπικό λιθοβόλημα του όχλου των κόκκων, ακόμα και τότε δεν ήταν έτοιμος να παραδοθεί. Άρχισε πάλι να παρακαλάει γοερά τον Χάροντα, αν κι ήξερε πως κείνος είχε φήμη άσπλαχνου θεριστή, με καρδιά στυγερού φοροεισπράκτορα.
Όμως ο Χάροντας σαν είδε τον κουμπάρο του σε τούτη την κατάσταση, πιότερο ένιωσε θλίψη κι έπειτα λύπηση. Έσκυψε και σήκωσε τον Κωνσταντή από τα χώματα που κυλιότανε, του τίναξε τα ρούχα και τον έστησε στα πόδια του. «Ξέρεις Κωνσταντή σε βαρέθηκα του λόγου σου. Έτσι που σε βλέπω, μου φαίνεται πως δεν αξίζει να σε πάρω. Αφού το λοιπόν ποθείς τόσο πολύ να ζήσεις, θα σε βγάλω έξω απ’ την Έρημο και θα σ’ αφήσω στην ησυχία σου. Έλα, πιες δυο γουλιές κρασί να ψυχοπιάσεις», του ‘πε φιλικά και του πρότεινε το παγούρι του. Ο Κωνσταντής κατέβασε λαίμαργα το άλικο νέκταρ. Όμως ο Χάροντας είχε ρεντζελίσει στο παγούρι από τα πριν μια σταλαξιά Λήθη, που ‘χε πάντοτε φυλαγμένη σ’ ένα φιαλίδιο στον κόρφο του. Πριν προλάβει ν’ αντιληφθεί τι ‘χε συμβεί, ο φυγάς έπεσε στην αγκάλη του κι αποκοιμήθηκε βαθιά…

Ξύπνησε μετά από ποιος ξέρει πόσες ώρες, νιώθοντας γύρω του δροσιά, πλυμένος και με φορεσιά καθαρή. Αισθανόταν να ‘χει ξανάβρει τις δυνάμεις του. Το αίμα κυλούσε δυνατά στις φλέβες του κι η αποθυμιά του για ζωή έβραζε μέσα του όσο ποτέ άλλοτε. Ανακάθισε και κοίταξε ολόγυρα. Βρισκόταν μπροστά στις ορθάνοιχτες ξύλινες πύλες ενός πανώριου κήπου, γεμάτου μ’ άνθια μυριόχρωμα και κάθε λογής δέντρα, που περιέκλειε ένας λιτός, αψηλός, λιθόχτιστος τοίχος. Απ’ την άλλη πλευρά, έξω απ’ τον κήπο, απλωνόταν ένα απέραντο λιβάδι, με σπαρτά κι άγρια λέλουδα, να λικνίζονται σα θάλασσα στην πνοή του καλόγνωμου καράγιαλη. Αντίκρυ του ανακλαδίζονταν ο Χάροντας.
  «Πού είμαστε κουμπάρε; Έχω πια ποθάνει; Δεν κράτησες τελικά την υπόσχεσή σου, με γέλασες…» άρχισε να παραπονιέται και ν’ απελπίζεται.
«Σύχασε Κωνσταντή. Αναμεταξύ μας, δεν είμαι εγώ αυτός που πατάει το λόγο του. Σου ‘ταξα ότι θα σ’ έβγαζα απ’ την Έρημο κι ότι θα σ’ άφηνα ήσυχο μετά, δεν είν’ έτσι; Ε λοιπόν τούτο θα γίνει. Όμως πρωτύτερα θα κάμουμε μια περασιά μέσα απ’ τον Κήπο κι ύστερα θα ‘σαι πραγματικά λεύτερος να διαλέξεις», τον έκοψε ήρεμα ο Μαυροφορεμένος.
«Τι είναι τούτος ο κήπος κουμπάρε, τι έχει μέσα εκεί;» δίστασε ο Κωνσταντής.
«Κάποια πράγματα που πρέπει να σου δείξω πριν χωριστούν οι δρόμοι μας. Θέλω να μου υποσχεθείς πως ό,τι κι αν δεις, δεν θα προσπαθήσεις να επέμβεις, ούτε θα κάμεις ερωτήσεις. Στο τέλος του δρόμου θα σου λύσω όλες τις απορίες. Έλα πάμε, ας μην καθυστερούμε άλλο, έχω πολύ δρόμο ακόμα να κάμω προτού κοιμηθώ»¸ τ’ αποκρίθηκε κείνος με φωνή κουρασμένη.
Σκώθηκε απάνω κι έδωσε το χέρι του στον Κωνσταντή, να τον βοηθήσει να στυλωθεί. Κείνος τον ακολούθησε, δίχως να πει άλλη κουβέντα. Ας τέλειωνε επιτέλους τούτο το σουλάτσο, να πάει ο κουμπάρος στην ευχή του Θεού, να ζήσει κι αυτός πια τη ζωή του δίχως φόβο. Και πόσα πράματα δεν είχε ακόμα που ‘θελε να κάμει…

Αρχίσανε να προχωράν σ’ ένα πλακόστρωτο μονοπάτι, μόνο στοιχείο που ‘δειχνε πως είχε περάσει από δω ανθρώπου χέρι, μαζί με τα πολυκαιρισμένα παρτέρια και τις πελούζες που ‘μοιαζαν αρχαίες σα τον Χρόνο. Το μονοπάτι φιδογύριζε γαγλωτόμέσα απ’ τη σχεδόν άγρια βλάστηση, δίχως να ξέρει κανείς πού θα τόνε βγάλει η επόμενη στροφή. Άξαφνα είδανε μπροστά τους ένα θέαμα παράδοξο. Πάνω σε μια μηλιά, ένας μουρτζούφλης γκαβός γέρος, σκαρφαλωμένος στα κλαριά της, άπλωνε τη ροζιασμένη φούχτα του, έκοβε τα μήλα και τα πέταγε μετά αδιάφορα στο χώμα, δίχως να γεύεται μήτε δαγκωματιά. Δεν τα ‘κοβε με καμιά λογική σειρά, παρά μ’ έναν τυφλό, τυχαίο τρόπο, που έκαμε τον Κωνσταντή ν’ αγανακτήσει. Το ανέβλεπο χέρι του, άφηνε μήλα σάπια και μισοφαγωμένα απ’ τα πουλιά κι απ’ τις κάμπιες, να κρέμονται θλιβερά στα κλαριά του άμοιρου δέντρου, άρπαζε όμως τα παραδιπλανά τους, που ‘ταν ακόμα αγούρμαστα, άφηνε τα γινωμένα κι έκοβε τα μπουμπούκια, κι ύστερα πάλι θυμότανε να κόψει κάμποσα που ‘χανε μόλις μεστώσει και μετά το πρώτο που θα λάχαινε μπροστά του, δίχως καμιά διάκριση.
«Ποιος είναι τούτος ο τρελόγερος κουμπάρε, τι κάμνει εκεί;» διαμαρτυρήθηκε ο Κωνσταντής. Ο Χάροντας όμως τόνε κοίταξε αυστηρά κι έβαλε το δάχτυλο στα χείλη.
«Μου υποσχέθηκες πως δεν θα ρωτάς και δεν θα προσπαθήσεις να μπλεχτείς με κανένα τρόπο. Σώπαινε το λοιπόν και μη μιλάς!» τον έκοψε απότομα. Κείνος συγκρατήθηκε και κατέβασε ταπεινά το κεφάλι. Κοιτάξανε τον γέρο να μαδά την έρμη τη μηλιά για λίγο ακόμα κι ύστερα συνέχισαν το διάβα τους.
 Μετά από κάμποση ώρα, το μονοπάτι τους έφερε σε μια φαρδιά πελούζα μ’ ακούρευτο γρασίδι, όπου ένας μάγειρας είχε ανάψει φωτιά κι απά στην πυροστιά έβραζε δυο χύτρες, μια μικρή, περίτεχνα διακοσμημένη με πετράδια και πολυτελή ανάγλυφα, και μια πολύ μεγάλη, όμως και πολύ λιτή στην όψη. Πλησίασαν κοντύτερα, τραβηγμένοι απ’ την ευχάριστη οσμή κι είδαν το μάγειρα να κάμνει κάτι που στον Κωνσταντή γέννησε τρανή απορία. Μόλις στην επιφάνεια της μεγάλης χύτρας, όπου έβραζε μια σούπα, έσκαγε μια στάλα λίπος ή ζωμός κρέατος, κείνος άρπαζε την κουτάλα του, ψάρευε στα γρήγορα την κηλίδα και την απόθετε μες στη μικρή χύτρα. Τούτο το ‘καμνε ξανά και ξανά. Η μικρή χύτρα ήταν πηγμένη στη λίγδα μέχρι το χείλος, αλλά κατά παράδοξο τρόπο ποτέ δεν χυνόταν στο χορτάρι ούτε σταλαγματιά νοστιμάδας.
Ο μάγειρας, κόντρα σε κάθε λογική, φρόντιζε μ’ επιμέλεια να μην αφήνει ούτε σταγόνα στη μεγάλη χύτρα. Τούτο όμως δεν έβγαζε κανένα νόημα. Τι το ‘θελε τόσο λίπος μέσα σε μια τόσο μικρή χύτρα; Το φαγητό είχε καταντήσει τόσο γιαγλίδικοπου ‘φερνε αηδία, ενώ το άλλο, στη μεγάλη χύτρα, ήτανε καλό μονάχα για ποδόλουτρο. «Τι άχρηστος κι ατάλαντος μάγειρας είναι δαύτος, γιατί τον αφήνουν ακόμα να μαγειρεύει, ποιος αντέχει να τρώει τα φαγιά του;» αναρωτήθηκε ο Κωνσταντής, όμως όσο κι αν γάνιασε, δεν τόλμησε να βγάλει τσιμουδιά, καθώς θυμήθηκε ότι ο κουμπάρος πρώτη φορά είχε γενεί αυστηρός μαζί του, ούτε καν όντες τον ξεγέλασε, που πάει να πει πως η σιωπή του ήτανε για κείνον θέμα σοβαρό.
Ο Χάρος τον κοίταξε σάμπως να τόνε ζύγιαζε, κούνησε το κεφάλι με κατανόηση και κίνησε να προχωρήσει παρακάτω. Μπήκανε σ’ ένα δάσος με καστανιές κι οξιές. Σε κάποιο ξέφωτο απάντησαν έναν καμπούρη χωριάτη, που μάζευε ξύλα για το χειμώνα. Είχε φτιάσει ένα πολύ μεγάλο δεμάτι, μεγαλύτερο σχεδόν απ’ το μπόι του. Προσπάθησε να το σκώσει απά στην βεντερούγα του, όμως κείνο αποδείχτηκε πολύ βαρύ. Όσο κι αν ιδροκοπούσε και ξεφυσούσε, του ήταν αδύνατο να το ανασηκώσει πάνω απ’ το γόνα, ούτε να κάμει βήμα μπρος. Ο χωριάτης άφησε χάμου το τεράστιο δεμάτι, το κοίταξε για λίγο κι ύστερα έφυγε προς το δάσος, για να εμφανιστεί λίγες στιγμές αργότερα, κρατώντας μιαν αγκάλη ξύλα. Πήγε στο δεμάτι και φόρτωσε απάνω τα καινούρια του μαζώματα. Αφού τα ‘δεσε με προσοχή, έκαμε πάλι να σηκώσει το δεμάτι, αλλά του κάκου. Το δεμάτι είχε βαρύνει περσότερο κι εκείνος δεν θα μπορούσε ποτέ να το κουβαλήσει. Ο Καμπούρης όμως δεν πτοήθηκε διόλου. Πήγε κι έφερε άλλη μιαν αδραξιά και τ’ απόθεσε και πάλι πάνω στο δεμάτι, που όσο πήγαινε γίνονταν σα βουνό, σάμπως ο βράχος του Σίσυφου, αιώνιο κι ατελεύτητο μαρτύριο.
Ο Κωνσταντής σάστισε κι έμεινε να τον κοιτά με το στόμα ορθάνοιχτο σα χάχας. «Μα είναι δυνατόν, να ‘ναι κανείς τόσο ζεβζέκης;» εξανέστη. «Αφού δεν μπορεί να το σκώσει, τότε γιατί δεν το αλαφραίνει, αλλά το φορτώνει συνέχεια πιο πολύ;» αναρωτήθηκε. Κοίταξε τον κουμπάρο και διάβασε στο βλέμμα του πως δεν είχε φτάσει ακόμα ο καιρός για ερωτήσεις. Είχε ξεχάσει εδώ και λίγη ώρα την ανυπομονιά που ‘νιωθε πρωτύτερα, ν’ αποχαιρετήσει τον Χάρο για παντοτινά. Την είχε τώρα αποσκιάσει η αβασταξιά, να ‘ρθει η ώρα να ρωτήσει να μάθει, τι τάχα σήμαιναν όλα τούτα τα παράδοξα, που θωρούσε μες στον κήπο των παραλοϊσμένων…
Προχώρησαν και βγήκαν απ’ το δάσος. Μπροστά τους ανοίχτηκε ένας τετράπλατος εύφορος αγρός, μ’ ένα μοναχικό σκιάχτρο που στέκονταν κουρελιασμένο καταμεσής. Κοράκια καθόντουσαν κι έκρωζαν πάνω στ’ ανοιχτά του χέρια, πετάριζαν απά στο καπέλο του, κουτσουλούσαν την κακοφτιαγμένη του μουτσούνα, σαν να το χλεύαζαν, σαν να το καταφρόνευαν. Καμιά εκατοστή μέτρα παρακάτω, έστεκε περήφανη μια πανάρχαια Δρυς, αψηλή κι αναθάλλουσα μες στο κάμα, να ρίχνει ίσκιο χλοερό, ν’ αναπαύεται ο ξωμάχος, να ‘βρει απάγκιο ο δουλευτής.  Προχώρησαν μες στα στάχυα, πηγαίνοντας κατά κει. Ανάμεσα στα ψηλά σπαρτά, άξαφνα ξεπρόβαλε ένας ζάρκος, μακρόστενος κλήρος, περιφραγμένος. Μέσα του υπήρχαν δυο θημωνιές άχυρο, βαλμένες η μια στην απάνω κι η άλλη στην κάτω πλευρά του και δυο γάιδαροι δεμένοι μεταξύ τους με κοντή τριχιά. Οι παράταιροι κουμπάροι κοντοστάθηκαν να κοιτάξουν.
Τα ζωντανά είχαν στηθεί στη μέση της μακρόστενης λαχίδας. Το ένα τραβούσε προς τα πάνω και το άλλο κόντρα σα κάτω, προσπαθώντας το καθένα να πάει και να φάει απ’ τη θημωνιά που δοκιότανε για δικιά του. Τραβούσαν μ’ όλη τους την περιβόητη γαϊδουρινή επιμονή, όμως η τριχιά ήτανε χοντρή και δεν μπόραγαν να τη σπάσουν. «Πόσο κουτά είν’ αυτά τα ζωντόβολα, καλά τα λένε κτήνη και γομάρια», είπε από μέσα του ο Κωνσταντής. Θα μπορούσανε να πάνε μαζί στη μια θημωνιά και να τη μοιραστούνε κι ύστερα μαζί να παν να φάνε και την άλλη. Άμα κάμνανε κολεγιά, θα μπορούσανε μαζί να πηδήσουν το κοντό δρύφακτο και να βοσκήσουν όσο λαχταρούσε η ψυχή τους, απ’ τον δαψιλό σιτοβολώνα. Δυστυχώς για δαύτα, ο Θεός δεν τους δώρισε νου κι έτσι που ‘χαν μουλαρώσει, θα πεθαίνανε στο τέλος απ’ την πείνα και τα δυο.
Ο Χάρος του ‘γνεψε να προχωρήσει. Φτάσανε μπροστά στο σκιάχτρο, που από κοντά φάνταζε ακόμα πιο άθλιο. Τ’ άχυρά του σαπισμένα, βρωμούσε μούχλα κι υγρασία κι ανήλιαγα υπόγεια και μαύρες σκέψεις, μια μπόχα που ‘φερνε μόνο κακές θύμησες. Του προκαλούσε μια παράξενη θλίψη του Κωνσταντή τούτο το σάπιο ανδρείκελο. «Πάμε παρακάτω κουμπάρε, δεν μ’ αρέσει διόλου αυτό το μέρος», του βάστηξε μοναχά να πει. Ο Μαυροφορεμένος χαμογέλασε και δίχως ν’ αποκριθεί προχώρησε προς το σκιερό δέντρο. Τώρα πρόσεξε ο Κωνσταντής, πως κάτω απ’ τον ίσκιο του, κρυβόταν απ’ τα μάτια του ένα φαρδύ πέτρινο πηγάδι. Ξάφνου ένιωσε τη δίψα της Ερήμου να τον καψαλίζει κι ακολούθησε πρόθυμα τον κουμπάρο κατά κει. Κείνος σταμάτησε στα μισά της απόστασης κι έκαμέ του νόημα να σταθεί.

«Να το λοιπόν που φτάσαμε στο τέρμα της περιπλάνησής μας μέσα στον Κήπο της Ζωής», του ‘πε κάπως επίσημα. «Θαρρώ πως θα ‘χεις πολλές απορίες για όσα είδες εκεί μέσα», συνέχισε στον ίδιο τόνο.
«Ο Κήπος της Τρέλας να πεις καλύτερα κουμπάρε», έκαμε ο Κωνσταντής ξεθαρρεμένος. «Θέλω πολύ να μάθω, τι ‘ταν όλα κείνα που ‘δαμε εδώ», είπε με φωνή ξέχειλη απ’ την περιέργεια που φύλαγε τόσην ώρα εντός του.
«Λένε πως σαν έρχεται το τέλος, η ζωή του ανθρώπου περνάει απ’ τα μάτια του σαν κινηματόγραφος, είν’ η ώρα που όλοι οι άλλοι με βλέπουνε για πρώτη και στερνή φορά», άρχισε να εξηγεί ο Χάρος. «Εσύ πάλι είσαι κουμπάρος μου κι έτσι προτίμησα να σε ξεναγήσω στον Κήπο. Τούτη είν’ η ζωή σου, όπως την έζησες και θέλεις κι άλλο να τη ζήσεις. Όμορφος είν’ ο Κόσμος σου, δε σ’ αδικώ…»
«Όμορφος δε λέω», έκαμε σκεπτικός ο Κωνσταντής, «όμως παραλοϊσμένος κι άδικος φοβούμαι…»
«Σου φάνηκε τρελός ο γέρος μπαξεβάνης πάνω στη μηλιά, ο Τυφλός;», γέλασε καλόκαρδα ο Χάρος. «Αυτό ήτανε το μόνο λογικό που ‘δες εκεί μέσα. Ο γέρος είν’ ο Χρόνος και τα πάντα στον ντουνιά υποκλίνονται σ’ Αυτόν. Κάθε πράμα έχει το δικό του χρόνο, τη δική του κατάλληλη στιγμή κι εσύ Κωνσταντή έχεις περάσει πια κατά πολύ τον καιρό που σου δόθηκε».
«Όμως ο γέρος κουμπάρε έκανε ό,τι του κατέβαζε η κούτρα του, δεν είχε καμιά σειρά, δεν είν’ αυτός ο καλός κηπουρός», διαμαρτυρήθηκε ο Κωνσταντής, «κι εγώ είμαι πολύ νέος ακόμα, έχω τόσα πράματα να κάμω…»
«Δεν είν’ καλός κηπουρός ε; Δεν πρόσεξες όμως πόσο μεγάλη κι εύρωστη ήταν η Μηλιά και πώς φυλλομανούσε. Πόσα πουλιά, πόσα ζούδια, πόση ζωή έθρεφε τούτο το δέντρο. Ο καλός μπαξεβάνης, ξέρει πότε είναι ο χρόνος να κοπεί κάθε ανθός, κάθε καρπός, κάθε κλωνάρι, γι’ αυτό κι είναι Τυφλός. Μονάχα έτσι συνεχίζεται η ζωή και θεριεύει το Δέντρο. Κάποτε σας ορμήνεψε ο Θεός να μη φάτε απ’ αυτόν τον καρπό, γιατί τότε θα ‘βαζε χέρι απάνω σας ο Πανδαμάτωρ Χρόνος ο άσπλαχνος και θα μαθαίνατε μοιραία το Καλό και το Κακό, όμως εσείς δεν αγροικήσατε. Δεν φταίω κι από πάνω που κάμνω στους αιώνες τούτη δω την αγγαρεία. Μαζί σας έπεσα κι εγώ, ένα κομμάτι μου τουλάχιστον…» έκαμε ο Χάρος κάπως πικρόχολα. Ο Κωνσταντής δεν βρήκε να πει ούτε λέξη…
«Το μόνο αλόγιστο στον Κήπο της Ζωής είν’ ο άνθρωπος», συνέχισε ο Χάρος. «Αναρωτήθηκες για κείνο τον ανίκανο το μάγειρα νομίζω, ποιος τρώει τα φαγητά του, γιατί ακόμα τον αφήνουν να μαγειρεύει. Ο Λίγδας είναι οι Αρχόντοι κι οι Πολιτείες σας, κι οι δυο χύτρες είναι οι Πλούσιοι κι οι Φτωχοί. Τόσο μικρή και τόσο ακόρεστη η μαρμίτα του Πλούτου, τόσο αηδιαστική η χλιδή της, τόσο ναμικιόρα. Σεις τον στέργετε τον Λίγδα, τον προσκυνάτε, τον θαυμάζετε, στήνεστε στην ουρά για μια γαβάθα νεροζούμι που σας ταΐζει, τον χειροκροτάτε, του φιλάτε τα χέρια μ’ ευγνωμοσύνη…»
Ο Κωνσταντής αναλογίστηκε το αίσθημα του απαράδεκτου, την αντάρα που ‘νιωσε όταν είδε κείνο το μάγειρα και του φάνηκε παράξενο πώς τόσα χρόνια ο Πλούτος του φάνταζε λογικός, η Φτώχεια θεμιτή κι οι Άρχοντες παντάξιοι. Προτίμησε να μη μιλήσει και στύλωσε τ’ αυτιά του να γροικήσει τους λόγους του Χάροντα. Κείνος πήρε μιαν ανάσα και συνέχισε να εξηγεί…
 «Θα στοιχημάτιζα όμως ότι το πιο παράξενο σου φάνηκε ο ξυλοκόπος. Ο Καμπούρης είν’ η ανθρώπινη ψυχή, τόσο φορτωμένη μ’ αμαρτίες, με τύψεις κι ενοχές, που ούτε γκαμούζα θα μπορούσε να τις φορτωθεί στη ράχη. Ξενίστηκες που ο Καμπούρης συνέχεια απίθωνε κι άλλα ξύλα στο δεμάτι, μέχρι που ‘γινε βουνό, όμως κι εσείς το ίδιο δεν κάμνετε; Χιλιάδες χρόνια σας παρακολουθώ, έναν προς ένα, να πράττετε ανάλλαχτα κι ολόιδια και μάταια διαρκώς, δεν έχω καταλάβει ακριβώς γιατί. Έχεις καταλάβει εσύ;», του απεύθυνε την ερώτηση.
«Δεν το στοχάστηκα ποτέ μου μ’ αυτόν τον τρόπο, όμως ετούτη είν’ η αλήθεια», παραδέχτηκε ο Κωνσταντής. «Μακάρι να ‘χα σκεφτεί κουμπάρε να τ’ αλαφρώσω κάπως τούτο το δεμάτι, όλα αυτά τα χρόνια», έκαμε μ’ απολογιά.
Ο Χάρος δεν σχολίασε και συνέχισε σαν να μην είχε ακούσει: «Ένιωσα πόσο ξυπνός αισθάνθηκες σαν είδες κείνα τα κουτουρά υποζύγια που κοντεύανε να ψοφήσουν απ’ την πείνα κι απ’ το γινάτι. Όμως κείνα τα γομάρια είσαστε σεις οι άνθρωποι, όλοι οι λαοί του Κόσμου σας. Δουλεύετε γι’ αφεντικά που παίρνουν όλα τα γεννήματα και σας αφήνουν τ’ άχυρα. Κι εσείς μαλώνετε μεταξύ σας, τραβάτε ο καθένας το σχοινί κόντρα στον άλλον, για κείνα που θαρρείτε για δικά σας. Κι έτσι ποθνήσκετε λιμασμένοι, μες στα πολύκαρπα της Γης τα λιβάδια…»
Ο Κωνσταντής θυμήθηκε πόσο τετραπέρατος ένιωσε μπρος στο θέαμα των γαϊδάρων και ντράπηκε μέσα του βαθιά, ήθελε ν’ άνοιγε η γη και να τον κατάπινε, όσο κι αν ήταν επικίνδυνη μια τέτοια σκέψη παρόντος του κουμπάρου. «Πόσο όμορφη η ζωή κουμπάρε, μα πόσο άδικη, παρλιακιά και μάταιη η φύτρα μας, κι εγώ που νόμιζα πως έχουμε νου εμείς οι ανθρώποι», είπε με πίκρα…
«Τούτος είν’ ο ντουνιάς σου και μόλις φύγω εκεί θα ζεις για πάντα, όπως ο Κάιν κι ο Ιούδας, κουμπάροι μου και δαύτοι. Πριν όμως γίνει αυτό, υπάρχει κάτι ακόμα που πρέπει να σου πω. Τούτο το σκιάχτρο είν’ το σαρκίο σου, σ’ αυτό θα επιστρέψεις, κοίταξε να το φυλάς σαν τα μάτια σου γιατί δεν έχεις άλλο. Πάνω απ’ όλα, μην πιεις απ’ το πηγάδι, όσο κι αν διψάς. Είναι η Πηγή της Άρνης, που ποτίζει τ’ ακρόριζα του Δέντρου της Ζωής. Όποιος πιει απ’ αυτό τρεις γουλιές, δεν γυρνά πίσω πια ποτέ. Την πρώτη γουλιά την ήπιες τότε που μ’ έστησες στο πρώτο ραντεβού. Άφησες πίσω σου κείνους που αγάπαγες και ποτέ δεν σκέφτηκες πια τίποτα, παρά να γλιτώσεις τη γούνα σου απ’ τον Χάρο το γδάρτη. Τη δεύτερη στην έδωκα εγώ μέσα στην Έρημο, μες στο κρασί που σε πότισα για να ‘ρθουμε εδώ πάνω…» Μ’ αυτά τα λόγια ο Χάρος κίνησε αργά να φύγει, βαδίζοντας προς την πίσω πόρτα του Κήπου, κάμποσα μέτρα μακριά απ’ τη Δρυ και το Πηγάδι. Ο Κωνσταντής έμεινε μονάχος του, μ’ ένα αμφίθυμο συναίσθημα να τόνε ταλανίζει. Δεν ήξερε τι ν’ αποφασίσει. Να ζήσει πρόσγειος σε τούτο τον παλαβό ντουνιά, ένα θλιβερό σάπιο σκιάχτρο που δεν τρομάζει πια κανέναν, που ως και τα όρνια το αποστρέφονται, να βλέπει το Χάροντα να ‘ρχεται για όλους τους άλλους μα όχι γι’ αυτόν, του φάνηκε πιότερο κατάρα παρά δώρο, κι ας ήταν ό,τι είχε ζητήσει στη ζωή του. Αν πάλι έπαιρνε τον Χάρο καταπόδι, μπορεί να τον έβγαζε ο δρόμος σ’ άλλους Κόσμους, ακόμα πιο μάταιους από δαύτον, ίσως και στην μαύρη ανυπαρξία.
Κι έτσι πως έμενε αιωρούμενος, δίχως να μπορεί ν’ αποφασίσει, άξαφνα του φάνηκε πως άκουσε όργανα, σάμπως ταμπουράδες και σαντούρια να ‘παιζαν έναν σκοπό βυζαντινό, μια μουσική που ανάβλυζε απ’ τα στήθια του, μέσα απ’ τα βάθη της ίδιας του της ύπαρξης. Η καρδιά του σαν νταούλι χτυπούσε τον ρυθμό, ένα βαρύ ζεϊμπέκικο. Θυμήθηκε που λέγανε πως τούτος ο χορός είν’ εσκεμμένα ασύμμετρος κι η όρχηση μοναχική, γιατί ο Δρόμος του καθένα είν’ ξεχωριστός. Αποφάσισε να παραδοθεί στο ζεϊμπέκικο και ν’ αφήσει την καρδιά του να διαλέξει το Δρόμο. Με το πρώτο βήμα, με τη δεύτερη στροφή, αφέθηκε ολότελα και ξέχασε τον Χάρο, το Πηγάδι, τον Κήπο, τη ζωή και τους ανθρώπους. Η στρουφιχτή του διαδρομή τον έφερνε μια προς τα δω και μια προς τα κει, όμως κείνος χόρευε με την ψυχή του, δίχως να φοβάται, δίχως να προσμένει. Κι ήταν τόσο ωραίος ο χορός του, τόσο αντρίκιος και λεβέντικος, τόσο ταπεινός και πράος, είχε τέχνη κι αρχοντιά στο πάτημα και τα χέρια του ανοίγανε και κλείνανε σαν άγγελου φτερά, καθώς γύπας που σοζυγιάζεται στους αιθέρες, που ο Χάρος συνεπάρθηκε κι έκοψε το βήμα του και στάθηκε μια στιγμή για να θαυμάσει. Κάποτε ο Κωνσταντής σήκωσε το κεφάλι κι είδε πως βρισκόταν κάτω απ’ την πρασινωπή αχλή της Δρυός κι έστεκε μπροστά στο Πηγάδι. Δίχως θλίψη κατάλαβε πως είχε κάμει πια την επιλογή του.
Έριξε το γερδέλι στο βάθος κι άρχισε να δουλεύει τον αργάτη για ν’ ανεβάσει απάνω το νερό. Το ‘βγαλε στο χείλος του πηγαδιού κι έσκυψε μέσα να ρίξει μια ματιά. Όμως αντί για τη στιλπνή σκοτεινή επιφάνεια που περίμενε να δει, τα μάτια του γέμισαν από εικόνες· το νερό μες στο πηγάδι έμοιαζε να ‘χει μεταμορφωθεί σ’ ένα περίλαμπρο καλειδοσκόπιο. Κόσμοι υπέροχοι και φωτεινοί, άλλοι τυλιγμένοι στο λυκόφως, πανώρια πλάσματα και τρομερά, γίγαντες και τελώνια και ξωτικά, νεράιδες, σάτυροι και φαύνοι, ζούγκλες κι έρημοι κι άλλα που δεν είχε λόγια να τα ονοματίσει, αφού δεν τα ‘χε γνωρίσει μήτε στα όνειρά του. Δίχως δισταγμό, ήπιε λαίμαργα απ’ το δροσάτο Νερό της Αρνησιάς. Ύστερα γύρισε και κοίταξε τον Χάρο, που ακόμα έστεκε ακίνητος και παρακολουθούσε τη σκηνή.
«Περίμενε κουμπάρε, έχουμε πολύ δρόμο να κάμουμε, ας μην τον διαβούμε μονάχοι», είπε κι άνοιξε βήμα να τον προφτάσει. Ο Χάρος τον αγκάλιασε και τον σταυροφίλησε κι αντάμα βάδισαν προς την πύλη. Πρώτος βγήκεν ο Χάρος κι απέ ένας διακαμός, που ‘χε ξεχάσει πια πως κάπου κάποτε τον λέγαν Κωνσταντή κι είχε κάμει κουμπάρο του το Χάρο…

Γλωσσάρι
(κατά σειρά εμφάνισης στο κείμενο)
Μιλέτι: Γένος. Ατήραγος: Αφανής. Ακράνης: Σύντροφος, συμπολεμιστής. Κελεψές: Χειροπέδη. Σιργουλίζω: Καλοπιάνω, νταντεύω. Κασαβέτι: Σκοτούρα, ανησυχία.Ζιαφέτι: Γλέντι, συμπόσιο. Τράτο: Προθεσμία (κι όχι Τράτος, όπως λανθασμένα το είπε η κυρία Αρβελέρ). Ναμλής: Που έχει καλό όνομα, ο ονομαστός, ο περίφημος.Κογιονάρω: Κοροϊδεύω, εξαπατώ. Αΐσκιωτος: Που δεν αφήνει σκιά, αλλά κι άγαρμπος (Εδώ χρησιμοποιείται με την πρώτη σημασία). Βιζιτάρω: Επισκέπτομαι. Ορδινιάζω: Κανονίζω, βάζω σε τάξη. Κομπάσο: Διαβήτης και Διαστημόμετρο, πάω με το Κομπάσο: Προβλέπω με απόλυτη ακρίβεια. Σοφιλιάζω: Συμφιλιώνομαι, Συνταιριάζω.Νάμι: Όνομα. Μπαΐρι: Πλαγιά βουνού ή λόφου, άγονος τόπος. Διώμα: Μορφή, Όψη.Κουσελιάρα: Κουτσομπόλα. Νταβαντούρι: Θόρυβος, φασαρία. Ρεντζελίζω: Στάζω
Καράγιαλης: Ο Βορειοδυτικός άνεμος, ο Μαΐστρος. Γαγλωτός: Ελικοειδής, αυτός που έχει στροφές. Αγούρμαστος: Ανώριμος.  Γιαγλίδικο: Λιπαρό, αλλά και νόστιμο (εδώ χρησιμοποιείται με την αρνητική έννοια). Βεντερούγα: Καμπούρα.Ζεβζέκης: Κουτός, ηλίθιος Aβασταξιά: Ανυπομονησία. Λαχίδα: Κομμάτι γης, συνήθως μακρόστενο, που έχει κληρονομήσει κάποιος μετά από κλήρωση.Δοκιέμαι: Πιστεύω, θεωρώ. Δρύφακτο: Ξύλινος φράχτης. Δαψιλός: Άφθονος, πλουσιοπάροχος. Ναμικιόρα: Αχάριστη. Γκαμούζα: Το αιγυπτιακό βουβάλι.Στρουφιχτή: Σπειροειδής, στριφογυριστή. Σοζυγιάζομαι: Ισοζυγίζομαι. Γερδέλι: Κουβάς πηγαδιού. Διακαμός: Ίσκιος, σκιά ανθρώπου.
[Αφιερωμένο στον παππού μου, που έφερε τούτο το μυητικό σούφικο παραμύθι μαζί του στην προσφυγιά, από τη Μικρά Ασία. Ακόμα περισσότερο στον πατέρα μου, που το μετέφερε στα δικά μου αυτιά, όταν ήμουνα παιδί, αλλά συνέβαλε και με γόνιμες ιδέες στη συγγραφή τούτου του διηγήματος. Αφιερωμένο επίσης στην Δήμητρα Isiliel Παπαγεωργίου, για την υπομονή και τις ιδιαίτερα εύστοχες διορθώσεις της. Ευχαριστώ θερμά τον κύριο Νίκο Σαραντάκο, του οποίου η έρευνα με βοήθησε με τη γλώσσα που νιώθω πως αρμόζει σε μια τέτοια ιστορία.
  Πηγή: Η ιστορία δημοσιεύτηκε σε δύο συνέχειες στο ιστολόγιο του Μεγάλου Χάους
http://otto-great-chaos.blogspot.gr/


Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων

Διαδίκτυο τα τελευταία νέα

Ελληνικό Δημόσιο

 
Copyright © 2013 Πανγαία
Powered by Blogger