BREAKING NEWS

Διδακτικές ιστορίες και μύθοι

Θα ήθελες να ξέρεις

Δημοφιλή Μουσικά Βίντεο

Παράξενα και Ανεξήγητα .

Διατροφή .

Ιστορικά .

Παράξενα .

Ο Επιμένων Ελληνικά

Διάφορα Κόλπα και Κατασκευές

Ο Αρκούδος

Ο Αρκούδος
Ο Αρκούδος
 Άκου τώρα μια ιστορία φίλε μου Σοφοκλή που είμαι σίγουρος ότι θα σου αρέσει.
 Ήταν κάποτε παλιά πριν πολλά χρόνια χειμώνας ήτανε θυμάμαι που μια ξαφνική χιονόπτωση με απέκλεισε σε ένα ορεινό χωρίο. Μέσα σε λίγη ώρα οι δρόμοι είχαν γίνει απροσπέλαστοι και έτσι μην έχοντας άλλη διέξοδο κατευθύνθηκα προς το καφενείο του χωριού, εκεί όλο και κάποιος θα μου έλεγε για το που θα μπορούσα να περάσω την νύχτα μου.
 Πράγματι μπήκα στο καφενείο έκατσα σε μια καρέκλα δίπλα στην σόμπα και παρήγγειλα στον καφετζή ένα καφέ. Εκείνη την ώρα μέσα στο καφενείο είχε δεν είχε δέκα ανθρώπους που άλλοι συζητούσαν και κάποιοι άλλοι παίζανε πρέφα. Κάποια στιγμή ο καφετζής μου φέρνει τον καφέ μου και πληρώνοντας τον, του είπα για το πρόβλημα μου και για το αν είχε κάτι να μου προτείνει.
Ως δια μαγείας και λες πως όλοι κρυφάκουγαν τα όσα είπα στον καφετζή, όλοι οι θαμώνες προσφέρθηκαν να με φιλοξενήσουν στο σπίτι τους.

Ειλικρινά ήταν πολύ συγκινητική αυτή η προθυμία των χωρικών προς έναν άγνωστο, και το ότι όλοι προθυμοποιήθηκαν με έφερε σε δύσκολη θέση μην ξέροντας πια νου πρόσκληση να δεχτώ. Τελικά επέλεξα να πάω στο σπίτι ενός κυρίου που ήταν και ο πιο επίμονος από τους άλλους χωρείς να θέλω να υποβαθμίσω την προθυμία των υπολοίπων αλλά κάποια στιγμή και εγώ έπρεπε να επιλέξω.
 Τέλος αφού καθίσαμε λίγη ώρα με τον οικοδεσπότη μου στο καφενείο σηκωθήκαμε να φύγουμε για να πάμε σπίτι του, έξω το είχε στρώσει πλέον για τα καλά.
 Φτάσαμε λοιπόν στο σπίτι του νοικοκύρη όπου μας υποδέχτηκε η γυναίκα του και τα δυο μικρά του αγοράκια που ήρθαν μαζί με την γιαγιά τους.
Ένα ζεστό και φιλόξενο σπίτι, σε λίγο η κυρα του σπιτιού έστρωσε τραπέζι και φάγαμε, μου έκανε εντύπωση το γεγονός ότι ενώ εμφανίστηκα έτσι ξαφνικά στο σπίτι ήταν όλα έτσι στρωμένα λες και είχαμε προγραμματίσει την επίσκεψη μου.
 Αφού φάγαμε μιλήσαμε για λίγο για μένα και το πώς βρέθηκα εκεί, ρώτησα και εγώ για εκείνους την δουλεία τους και άλλα τέτοια εθιμοτυπικά. Στο διάστημα αυτό η κυρα του σπιτιού μου είχε στρώσει και το κρεβάτι για να πάω όποτε ήθελα να κοιμηθώ.

Η γιαγιά στο μεταξύ πήρε τα εγγόνια της και αφού μας καληνύχτισαν πήγαν για ύπνο. Μετά από λίγο ζήτησα και εγώ να πάω στο κρεβάτι χωρείς βέβαια να νυστάζω και πολύ, αλλά μην θέλοντας να είμαι στα πόδια του ζευγαριού αλλά και να μπορέσει η κυρα με την ησυχία της να κάνει της δουλειές της.
 Πράγματι ο νοικοκύρης με οδήγησε στο δωμάτιο μου και αφού μου έκανε μια γρήγορη ξενάγηση και μου είπε πως ότι χρειαστώ μέσα στην νύχτα να τους φωνάξω χωρείς δισταγμό με καληνύχτισε και έφυγε. Μην έχοντας και εγώ τι άλλο να κάνω ξεντύθηκα φόρεσα και τις καθαρές πιτζάμες που μου έδωσαν και ξάπλωσα στο κρεβάτι. Ήταν μια πολύ ήσυχη και όμορφη βραδιά και το μόνο που ακουγότανε ήταν η φωνές από το διπλανό δωμάτιο των παιδιών τα οποία δεν είχαν ακόμα κοιμηθεί και την φωνή της γιαγιάς τους που τα μάλωνε, δεν θέλανε να κοιμηθούνε αν πρώτα δεν τους έλεγε ένα παραμύθι. Και αυτό το παραμύθι θέλω να σου διηγηθώ τώρα αμέσως φίλε μου Σοφοκλή έτσι ακριβώς όπως το διηγήθηκε η γιαγιά στα εγγονάκια της.

 Ήτανε λέει κάποτε παλιά πόσο παλιά δεν ξέρω και ούτε μπορούσα και να ρωτήσω, στης παρυφές μιας πολύ μα πάρα πολύ μικρής πόλης ένα πάρα πολύ μα πάρα πολύ μεγάλο και αρχαίο δάσος, με πολλά δεντρά ποτάμια καταρράκτες μικρούς και μεγάλους και πάρα πολλά άγρια ζώα ελάφια ζαρκάδια λύκους αρκούδες και ότι άλλο μπορείς να φανταστείς.
 Τώρα κάπου μέσα στο δάσος είχε την φωλιά της μια αρκούδα που ζούσε μαζί με τα τρία της αρκουδάκια ευτυχισμένα, τίποτα δεν της έλειπε είχε από όλα τροφή νερό και πάνω από όλα τρία υγιέστατα αρκουδάκια και αυτό της έφτανε.
 Κάθε πρωί η αρκούδα αφού ξύπναγε τα αρκουδάκια της τα έπλενε τα χτένιζε τα τάιζε και αφού τα συμβούλευε να είναι φρόνιμα και προσεχτικά έφευγε για το μεγάλο αρκουδοπαζαρο που γινόταν κάπου στο κέντρο του δάσους για να κάνει τα ψώνια της, εκεί υπήρχανε τα πάντα σε μεγάλη αφθονία. Το μόνο που την ανησυχούσε σαν έφευγε ήτανε για τα μικρά της μην και μέσα στο αρκουδοπαιχνιδι τους απομακρυνόταν πολύ από την φωλιά τους και πλησιάζανε στην άκρη του δάσους κοντά στην πόλη και τα ξελόγιαζε κανένας πονηρός πολιτησμάνος.
 Γι’ αυτό και κάθε πρωί τα συμβούλευε να είναι προσεχτικά και να παίζουνε εκεί κοντά στην φωλιά τους, σαν μένανε λοιπόν και αυτά μόνα τους ξεκινούσανε το αρκουδοπαιχνίδι πότε παίζανε κρυφτότουμπες, πότε παίζανε σβόλους, πότε παίζανε βουρβουλίθρες γιατί κοντά στην φωλιά τους είχε πολλά βούρβουλα, μερικές φορές παίζανε και κολοκυθοχαρχάλες με τα χούρχουλα. Που και που παίζανε και αρκουδοσκαρφαλιές αλλά μόνο με την επίβλεψη της μαμάς τους. Μα πιο πολύ τους άρεσε να παίζουνε βρασχαλιέτουμπες και τρεσχαλιές.
 Κάποια μέρα που παίζανε τρεσχαλιές και κυνηγούσε το ένα το άλλο σαν αρκουδοπαίδια που ήτανε, μέσα στο παιχνίδι ξεχάσαν την συμβουλή της μάνας τους και χωρείς να το καταλάβουν βρεθήκαν στην άκρη του δάσους. Μπροστά τους απλώνονταν η πόλη και τα αρκουδάκια μαρμαρωμένα την χάζευαν με ανάμικτα συναισθήματα θαυμασμού και φόβου. Εδώ θα ήθελα να σου πω και τα ονόματα τον μικρών μαλλιαρών αρκούδων το ένα το πιο μεγαλόσωμο και το πιο σοβαρό το έλεγαν βρούτο. Το δεύτερο που ήταν και το πιο ντροπαλό το έλεγαν Δελιάν και το τρίτο το πιο ζωηρό και τζαναμπέτικο το έλεγαν Ζοράν. Έτσι λοιπών τα τρία αρκουδάκια ο Βρούτο ο δελιάν και ο ζοράν έμειναν παγωμένα από την έκπληξη για μερικά λεπτά να χαζεύουν την μεγαλούπολη. Η μάνα τους τόσο καιρό τους έλεγε να μην πηγαίνουν στην άκρη του δάσους γιατί λέει ήταν επικίνδυνο δεν τους είχε όμως μιλήσει ποτέ για αυτήν την πόλη, πιο γρήγορα από τα τρία συνήλθε ο Βρούτος και βάζοντας της φωνές στα άλλα δυο τρέξανε και τα τρία και χάθηκαν μέσα στις πυκνές φυλλωσιές των θάμνων, ύστερα κάνοντας και τα τρία ένα αρκουδοσυμβούλιο αρκουδοϋποσχεθήκαν να μην το πούνε στην μάνα τους και την στενοχωρήσουν.
 Πέρασε καιρός από αυτό το γεγονός ο Βρούτος και ο Δελιάν το είχανε σχεδόν ξεχάσει και μόνο σαν απομακρύνονταν από το σπίτι τους προς την κατεύθυνση της πολύς το θυμόντουσαν και ευθείς κάνανε στροφή, του ζοράν όμως δεν του έβγαινε από το μυαλό. Συνέχεια στριφογύριζε μέσα στο κεφάλι του αυτό που είχε δει και μέρα με την μέρα μεγάλωνε μέσα του η επιθυμία να πάει στην άκρη του δάσους για να ξαναδεί αυτό το θαύμα. Η μέρες πέρναγαν τα αρκουδάκια μεγάλωναν και μια μέρα την ώρα που παίζανε τρεσχαλιές ο Ζοράν εξαφανίστηκε, μάταια τον ψάχνανε τα αδέλφια του αυτός είχε πάει στην άκρη του δάσους και καθότανε και χάζευε την πόλη.
Των επόμενο καιρό ο Ζοράν το έκανε αυτό σχεδόν κάθε μέρα με το που έβρισκε την ευκαιρία το έσκαγε από τα αδέλφια του και πήγαινε στην άκρη του δάσους είχε πλέον αρχίσει να μαθαίνει πολλά πράγματα για την πόλη και για τους ανθρώπους. Και όσο πέρναγε ο καιρός και μεγάλωνε, και ξεθάρρευε και πιο πολύ, πλησίαζε και περισσότερο.  Μέχρι που έφτασε κοντά και στα πρώτα σπίτια. Τα αδέλφια του πάλι όσο και αν τον παρακάλαγαν να τους πει που πήγαινε αυτός δεν έλεγε τίποτα, αν και είχανε μια υποψία πώς πήγαινε στην άκρη του δάσους.
Μέχρι που και αυτά φοβούμενε μην πάθει κανένα κακό το είπανε στην μάνα τους. Η καημένη κόντεψε να πάθει αρκουδοσυγκοπή από τον αρκουδοφόβο της μόλις το έμαθε φώναξε άμεσος τον ζοράν και τον μάλωσε και τον ζήτησε να της αρκουδοεξηγήσει τη συμβαίνει και αν είναι αλήθεια αυτά που της είπανε τα αδέλφια του. Αρκουδοντραπηκε ο ζοράν έσκυψε κάτω την αρκουδοκεφάλα του και είπε στην μάνα του όλη την αλήθεια και της αρκουδουποσχέθηκε ότι δεν θα το ξανακάνει και ότι από δω και πέρα θα είναι αρκουδοφρόνιμος.

 Περάσαν πολύ μήνες ο ζοράν δεν ξαναπήγε στην άκρη του δάσους τήρησε την αρκουδουπύσχεση του, από το μυαλό του όμως η πόλη δεν είχε φύγει στιγμή.
 Πέρασε ο χειμώνας και ήρθε η άνοιξη τα αρκουδάκια πιο μεγάλα τώρα άρχισαν πάλη τα αρκουδοπαιχνιδίσματα, και μια μέρα μην αντέχοντας τον πειρασμό εξαφανίστηκε πάλι. Ώμος αυτήν την φορά τα αδέλφια του ήξεραν που να τον βρουν πήγαν λοιπών στην άκρη του δάσους και πράγματι τον βρήκαν εκεί τον παρακάλεσαν να φύγουν αμέσως αλλά μάταια δεν έλεγε να κουνηθεί με τίποτα τους έλεγε ότι τώρα πλέον ήταν μεγάλος και ότι μπορούσε να αρκουδοφροντίσει και να αρκουδουπερασπιστεί μόνος του τον εαυτό του.
 Στενοχωρήθηκε πολύ η μάνα του όταν το έμαθε αυτό, αλλά δεν τον είπε και πολλά πράγματα, για τι πράγματι τα αρκουδάκια είχαν μεγαλώσει πλέον και όπου νάνε θα γινόταν αρκουδοανεξάρτητα, τα έβλεπε και τα αρκουδοκαμάρωνε μόνο με τον Ζοράν αρκουδοστενοχωριούτανε που ήταν τόσο αρκουδοζωηρός και δεν άκουγε της αρκουδοσυμβουλές της.
 Και έτσι συνέχισε να γίνεται.
Τον περισσότερο καιρό ο Ζοράν έπαψε να τον περνάει με τα αδέλφια του ήτανε συνέχεια στην άκρη του δάσους και μελετούσε την πόλη είχε ξεθαρρέψει τόσο πολύ που άρχισε να πηγαίνει μέχρι και τα πρώτα σπίτια να περνάει τον κεντρικό δρόμο να μαθαίνει για τα αυτοκίνητα να κρυφοκοιτάζει τους ανθρώπους. Και όσο πέρναγε ο καιρός άρχισε να έχει την επιθυμία να ζήσει και εκείνος στην πόλη, τον είχαν ενθουσίαση τα σπίτια η πολυκατοικίες οι άνθρωποι, που τους έβλεπε στα κρυφά μέσα από της φυλλωσιές όταν έρχονταν στην άκρη του δάσους να παίξουν να κάνουν βόλτα η να πετάξουν αετό. Το τελευταίο ήταν που άρεσε πιο πολύ στον ζοράν, πολλές φορές πάσχιζε και εκείνος πότε με κλαδιά και πότε με φτέρες να κάνει αετό για να τον πετάξει στον αέρα αλλά δεν κατάφερνε τίποτα το μόνο που κατόρθωνε ήταν να κάνει τα αδέλφια του να σκάνε στα αρκουδόγελα. Και τότε εκείνος θύμωνε και τους έλεγε πώς όταν γίνει αρκούδα θα πάει να ζήσει στην πόλη και τότε θα έβλεπαν τι αετό θα έκανε. Μέχρι και αυτοκίνητο τους έλεγε ότι θα πάρει και όσο τους έλεγε τέτοια και άλλα, τόσο εκείνοι έσκαγαν πιο πολύ στα αρκουδόγελα μόνο η μανά του τον έβλεπε σκεφτική και αρκουδοπροβληματισμένη, κάτι την ανησυχούσε με τον ζοραν.

Μια μέρα που ο Ζοράν ήταν όπως πάντα κοντά στην πόλη χωρείς να το καταλάβει αυτήν την φορά πλησίασε τα σπίτια τόσο πολύ που εντελώς ξαφνικά βρέθηκε να είναι στην αυλή ενός σπιτιού, ήταν ένα πολύ μεγάλο σπίτι με μια πολύ μεγάλη αυλή με χορτάρι κάτω και πολλά δέντρα και θάμνους, του θύμιζε λίγο από το δάσος αλλά εδώ όλα ήταν τακτοποιημένα και με μια σειρά όχι όπως το δάσος ανακατωμένα και αυτό σαν να άρεσε του Ζοράν και κάθισε να παρατηρήσει λίγο τον χώρο.
 Ξαφνικά και όπως εξερευνούσε την αυλή άκουσε κάτι φωνές από ένα σημείο της αυλής κάτι φωνές που ποτέ άλλοτε και που από κανένα ζώο του δάσους δεν είχε ξανακούσει, κατευθύνθηκε προς το σημείο που ακουγότανε οι φωνές και όταν είδε καλύτερα πρόσεξε ένα ζώο που του θύμιζε κάτι από τους λύκους του δάσους, που τους είχε δείξει πολλές φορές η μάνα του, στην αρχή ο ζοράν φοβήθηκε και ετοιμάστηκε να τρέξει μετά όμως κατάλαβε ότι αυτό το ζώο ήταν δεμένο και ότι δεν μπορούσε να τον φτάσει και έτσι κοντοστάθηκε για να χαζέψει λίγο ακόμη. Στην αρχή του φάνηκε ότι το ζώο φώναζε με απειλητική διάθεση στην συνέχεια όμως κατάλαβε πέος η διαθέσεις του ήταν φιλικές και παιχνιδιάρικες και αυτό έκανε τον Ζοράν να ξεθαρρέψει.
Αφού κοιταχτήκανε το ζώο και ο Ζοράν για λίγη ώρα άρχισε να το συμπαθεί και ήταν σίγουρος ότι θα μπορούσε κάποια στιγμή να γίνουν και φίλοι.
 Με όλα αυτά όμως ο Ζοράν ξεχάστηκε και δεν κατάλαβε πως η ώρα είχε περάσει και όταν το κατάλαβε είχε πια νυχτώσει και ήταν δύσκολο αλλά και επικίνδυνο να γυρίσει μέσα στην νύχτα στο σπίτι του. Μην έχοντας άλλη επιλογή γύρισε στην άκρη του δάσους διάλεξε μια πυκνή συστάδα θάμνων και αποφάσισε να περάσει εκεί την νύχτα του, ήταν η πρώτη νύχτα του Ζοράν που την πέρναγε μακριά από τα αδέλφια του και μακριά από την αγκαλιά της μάνας του και αυτό του δημιουργούσε μια θλίψη μια μεγάλη στενοχώρια. Ήταν σίγουρος πώς αυτήν την βραδιά η μάνα του δεν θα κλείνε μάτι από την στενοχώρια της.
 Όλα αυτά όμως τα ξέχασε, και σε λίγο καθώς από το σημείο που είχε κουρνιάσει διέκρινε την πόλη με τα φώτα της του φάνηκε μάλιστα πως άκουγε και μουσική και τραγούδια και πως ερχόταν από το σπίτι που είχε πάει, και έτσι όπως είχε ξαπλώσει και την πόλη αγνάντευε τον πήρε ο ύπνος.
 Και κοιμήθηκε ο Ζοράν και είδε όνειρο είδε λέει πως και εκείνος στην πόλη ζούσε και πώς με τους ανθρώπους συναναστρεφόταν, και πως και εκείνος αυτοκίνητο οδήγαγε και σπίτι δικό του είχε και πως και αυτός μαζί με τους ανθρώπους καθότανε και όλοι μαζί γελάγανε. Πώς γλένταγε και χόρευε και πως σαν άνθρωπος ντυνόταν και μπροστά στον καθρέφτη ήταν και στολίζονταν.

Και τότε ο Ζοράν είδε.
 Είδε το πρόσωπο του στον καθρέφτη και του φάνηκε θλιμμένο και μαραζωμένο. Και του άρεσε του Ζοράν το όνειρο αυτό μόνο που δεν κατάλαβε ήταν αυτό με των καθρέφτη. Δεν έδωσε σημασία όμως απλά ένα όνειρο ήταν την άλλη μέρα ο Ζοράν ξύπνησε από τα χαράματα. Αν εξαιρέσεις το ωραίο όνειρο που είδε, ο ύπνος του δεν ήταν καλός, θα πρέπει να έφταιγε που ήταν πρώτη φορά μακριά από την φωλιά και την αγκαλιά της μάνας του. Αφού ξύπνησε και τεντώθηκε ο Ζοράν κατάλαβε πως δεν έφταιγε μόνο που ήταν μακριά από την φωλιά του και την μάνα του που δεν μπόρεσε να κοιμηθεί, αλλά και το ότι πείναγε για αυτό αποφάσισε να γυρίσει γρήγορα στη μάνα του, μετά όμως το ξανασκέφτηκε, σου λέει και να γυρίσω τώρα σπίτι η μάνα μου δεν θα είναι εκεί θα έχει πάει στο αρκουδοπάζαρο και αναγκαστικά θα πρέπει να περιμένω μέχρι το βράδυ για να γυρίσει, για αυτό ας καθίσω εδώ να βλέπω και να εξερευνώ καινούρια πράγματα της πόλης.
 Και έτσι έκανε ο Ζοράν αφού τριγύρισε για λήγω στο δάσος μήπως και βρει τίποτα για να φάει σιγά σιγά και χωρείς να το πολύ καταλάβει βρέθηκε πάλι στην αυλή του σπιτιού, το άλλο ζώο τώρα δεν τον γάβγιζε πλέον γιατί τον θυμήθηκε από την προηγούμενη μέρα του κούναγε μάλιστα και την ουρά του από την χαρά του που τον ξαναείδε.
 Ξεθάρρεψε και ο Ζοράν πιο πολύ και σε μια στιγμή βρέθηκαν δίπλα δίπλα να παίζουν.
Πόση ώρα πάιζαν ο Ζοράν με τον φίλο του δεν κατάλαβε, σε μια στιγμή όμως βλέπει τον φίλο του να έχει την προσοχή του στραμμένη σε άλλο σημείο, και όταν και ο Ζοράν προς τα εκεί κοίταξε, είδε γεμάτος φόβο να έρχεται προς το μέρος τους ένας άνθρωπος κρατώντας στα χέρια του κάτι, τρόμαξε ο Ζοράν και έκανε να το βάλει στα πόδια νομίζοντας ότι και ο φίλος του θα έκανε το ίδιο, αντιθέτως όμως ο φίλος του δεν ήταν καθόλου τρομαγμένος αντίθετα ήταν χαρούμενος και αυτό έκανε τον Ζοράν να απομακρυνθεί λίγο και να κοιτάζει από μακριά.
 Ο άνθρωπος τώρα μόλις είδε τον Ζοράν άρχισε να του μιλάει σε μια γλώσσα που ο Ζοράν δεν καταλάβαινε, καταλάβαινε όμως από την φωνή του ανθρώπου και από τις χειρονομίες του ότι ήτανε πολύ φιλικός μαζί του, καταλάβαινε ότι τον φώναζε να πάει κοντά του κάτι να του δώσει, και καταλάβαινε ο Ζοράν ότι αυτό το κάτι ήτανε φαγητό. Και πόσο πολύ πείναγε.
Και έτσι ο Ζοράν μέσα στην πείνα του και μέσα στην χαρά του που η άνθρωποι είναι τόσο φιλικοί μαζί του σιγά σιγά και ντροπαλά πλησίασε και άρχισε να τρώει το φαγητό που τον έδωσε ο άνθρωπος, και μάλιστα ήτανε πολύ νόστιμο δεν έμοιαζε με κανένα φαγητό από αυτά που έτρωγε στο δάσος αυτό το φαγητό είχε ωραίο χρώμα ήταν τραγανό και πολύ γευστικό έτρωγε ο Ζοράν και καμάρωνε για την μεγάλη του τύχη, αχ!! έλεγε να ήταν από μια μεριά και τα αδέρφια μου εδώ να δούνε την μεγάλη μου επιτυχία.
 Μετά από λίγο ο άνθρωπος ξαναμπήκε μέσα στο σπίτι και βγαίνοντας έξω πάλι, έφερε και άλλο φαγητό, μάλλον για να το δώσει στο άλλο ζώο Ώμος αυτήν την φορά δεν ήταν μόνος άλλα είχε φέρι και ένα μικρο ανθρωπάκι μαζί του, και κατάλαβε ο Ζοράν πως πρέπει να ήταν το παιδάκι του, που και εκείνο όπως και ο Ζοράν στην αρχή φοβότανε να πλησιάσει του έκανε όμως από μακριά χαρούλες και αυτό ξετρέλανε τον Ζοράν και παρακαλούσε από μέσα του να γίνουνε φίλοι.
 Τόσο είχε ξετρελαθεί ο Ζοράν που δεν είχε πλέον το μυαλό του ούτε το δασός ούτε τα αδέρφια του αλλά ούτε και την μανά του. Και σε μια στιγμή και χωρείς να το καταλάβει βρέθηκε και εκείνος δεμένος εκεί κοντά στο άλλο ζώο.

 Πέρασε καιρός πόσος καιρός δεν ξέρω μπορεί και χρόνια και ο Ζοράν ήτανε ακόμα δεμένος εκεί, και έμαθε ο Ζοράν πολλά πράγματα για τους ανθρώπους και για τους σκύλους. Σκύλος ήτανε το άλλο ζώο που γνώρισε ο Ζοράν στην αρχή και το όνομα με το οποίο το φωνάζανε ήτανε Φλοξ. Του δώσανε και εκείνον όνομα, όσο και αν τους έλεγε ότι τον λέγαν Ζοράν τον φωνάζανε αρκούδο.
 Δεν μπορούσε να καταλάβει ο Ζοράν τους ανθρώπους ενώ εκείνος είχε μάθει τόσο καλά την γλώσσα τους και καταλάβαινε ότι του λέγανε, αυτοί δεν προσπαθήσανε να μάθουνε τίποτα από την δίκη του δεν τους ενδιέφερε καθόλου.
 Και έμαθε επίσης ο Ζοράν ότι άλλο είναι άνθρωπος άλλο είναι ζώο, τώρα ήξερε ο Ζοράν ότι ποτέ δεν πρόκειται να έχει δικό του αυτοκίνητο ούτε δικό του σπίτι στην πόλη, και πως δεν ήθελε πλέον να είναι στην πόλη είχε βαρεθεί του ανθρώπους και τις παραξενιές τους. Δεν του άρεσε που έπρεπε να τρώει όποτε θέλουν εκείνοι. Να χαίρεται και να παίζει όποτε εκείνοι έχουν όρεξη. Δεν καταλάβαινε γιατί δεν τον άφηναν να πάει όπου ήθελε και τον είχαν συνέχεια δεμένο. Χώρια που πολλές φορές ξεχνάγανε να του βάλουνε νερό και κοράκιαζε ο Ζοράν στην δίψα.
 Το φαγητό πλέον δεν του άρεσε δεν ήθελε να τρώει συνέχεια τα ίδια και τα ίδια. Όταν εκείνος ήθελε να κοιμηθεί εκείνοι τον ξυπνάγανε με το ζόρι και ήθελαν να τους κάνει συνέχεια κόλπα για να γελάνε. Και όταν εκείνος ήθελε να τους κάνει καμιά χαρούλα τον μαλώνανε, και μάλιστα μια φορά τον χτυπήσανε με μια βέργα, αυτό του είχε κακοφανή πολύ.
 Και άρχισε ο Ζοράν να λαχταράει το δάσος και να θέλει να δει τα αδέρφια του και την μάνα του, να πάει να παίξει πάλι τρεσχαλιές με τα αδέρφια του και ύστερα και η τρεις μαζί το απόγευμα να περιμένουνε την μάνα τους στην άκρη της φωλιάς για να δούνε της νοστιμιές και τα καλούδια που θα τους έφερνε από το αρκουδοπαζαρο.
 Και παρακαλούσε ο Ζοράν τους ανθρώπους να τον λύσουνε και να τον αφήσουνε να φύγει, μάταια όμως αυτοί δεν καταλαβαίνανε. Πότε νομίζανε ότι τους έκανε παιχνίδια. Πότε τον μαλώνανε γιατί τους ενοχλούσε.
 Και μαράζωνε ο Ζοράν και θυμότανε το όνειρο που είχε δει την τελευταία φορά που είχε κοιμηθεί στο δάσος και δεν είχε καταλάβει το τέλος του. Και ο καιρός πέρναγε και ο Ζοράν εκεί δεμένος να ανέχεται τα κέφια και της ιδιοτροπίες των ανθρώπων.
 Κάποια μέρα ο Ζοράν μέσα στην απελπισία του και όπως τράβαγε την αλυσίδα για να φτάσει το νερό κατάλαβε πώς η αλυσίδα του είχε κοπεί και συνειδητοποίησε πώς ήταν ελεύθερος, πως δεν ήταν πια δεμένος και πως μπορούσε να τρέξει και να φύγει.
 Και αυτό έκανε ο Ζοράν έτρεξε, έτρεξε πολύ ο Ζοράν προς την κατεύθυνση που του έλεγε το ένστικτο του έτρεχε και έτρεχε αλλά δάσος δεν έβλεπε ενώ ήξερε πως ήτανε εκεί δίπλα, και συνέχισε να τρέχει και οι άνθρωποι δίπλα του φωνάζανε να σταματήσει, και σκύλοι τον κυνηγούσανε, και λίγο ακόμα θα τον πάταγε και αυτοκίνητο, αλλά εκείνος εκεί έτρεχε και το μόνο που είχε στο μυαλό του ήτανε το δάσος δεν θα σταμάταγε αν δεν το έβλεπε.
Και το είδε ο Ζοράν και έβαλε τα δυνατά του να φτάσει κοντά και να μπει μέσα στης φυλλωσιές, σαν χώθηκε στο δάσος ο Ζοράν έκατσε να ξεκουραστεί λίγο και να του φύγει το λαχάνιασμα από το πολύ το τρέξιμο.
 Και σαν ξεκουράστηκε λίγο σηκώθηκε και αποφάσισε να πάει να βρει την μάνα του και τα αδέρφια του να τους ζητήσει συγνώμη και να τους διηγηθεί την περιπέτεια του και όσα δύσκολα τράβηξε. 

Και έψαχνε ο Ζοράν Αλλά τίποτα δεν του θύμιζε το παλιό δάσος τα πάντα γύρο του του ήταν άγνωστα γύρισε έψαξε φώναξε αλλά τίποτα. Ενώ ήταν σίγουρος πως αυτό ήτανε το δάσος στο οποίο γεννήθηκε τίποτα μα τίποτα δεν του θύμιζε τον παλιό καιρό.
 Αφού περιπλανήθηκε ο Ζοράν ώρες πολλές κατέληξε πάλη στην άκρη του δάσους να χαζεύει την πόλη όπως παλιά, είχε όμως μια διάφορα. Τότε ήτανε μια μικρή πόλη, δίπλα σε ένα πολύ μεγάλο δάσος.  Τώρα ήτανε μια πολύ μεγάλη πόλη,  δίπλα σε ένα πολύ μικρο δάσος.
Εδώ η γιαγιά σταμάτησε την αφήγηση μάλλον γιατί τα μικρά θα είχαν κοιμηθεί δεν ξέρω αν είχε και συνέχεια, άλλωστε και έμενα είχε αρχίσει να με παίρνει ο ύπνος.

Τολίνιον Μύθοι

Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων

Διαδίκτυο τα τελευταία νέα

Ελληνικό Δημόσιο

 
Copyright © 2013 Πανγαία
Powered by Blogger